ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα παρακάτω στοιχεία για τον Καποδιστριακό Δήμο Αχέροντα ίσχυαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010

Ο Καποδιστριακός Δήμος Αχέροντα βρίσκεται στο Ν.Α. άκρο του Νομού Θεσπρωτίας.
Βόρεια συνορεύει με το Δήμο Παραμυθιάς, ανατολικά με τη διευρυμένη πλέον κοινότητα Σουλίου, νότια με το Δήμο Φαναρίου του Nομού Πρεβέζης και τέλος Δυτικά με το Δήμο Μαργαριτίου. Η έκτασή του ανέρχεται στα 67.343 στρέμματα.

Ο πληθυσμός του νέου Δήμου ανέρχεται στους 2.344 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001, ενώ οι μόνιμοι κάτοικοι, κατ' εκτίμηση, φτάνουν τους 2.850.
Σε περίοδο αιχμής, κυρίως το καλοκαίρι, ο πληθυσμός διπλασιάζεται φτάνοντας τους 4.700 περίπου.
Αποτελείται από τα παρακάτω Δημοτικά Διαμερίσματα:

1. Γαρδικίου 2. Σκανδάλου 3. Γλυκής 4. Χόικας

Το Δημαρχείο του Δήμου Αχέροντα στεγάζεται στο Δ.Δ. Γαρδικίου το οποίο είναι και η έδρα του Δήμου.

Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης είναι πεδινό και αποτελείται από έναν πλούσιο αρδευόμενο κάμπο. Τόσο δυτικά όσο και ανατολικά ο Δήμος περιβάλλεται από οροσειρές.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Κατά την αρχαιότητα και ιδιαίτερα την εποχή του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου, όπου έζησε και έδρασε ο Αγιος Δονάτος, η περιοχή αυτή ήταν θάλασσα και αποτελούσε τμήμα του Γλυκύ Κόλπου και της Αχερουσίας Λίμνης.
Η περιοχή αυτή ακολούθησε την τύχη των άλλων Ηπειρώτικων πόλεων. Υποδουλώθηκε στους Ρωμαίους, αποτέλεσε τμήμα του Βυζαντινού Κράτους, λεηλατήθηκε από τους Σλάβους, γνώρισε την κυριαρχία των Βενετών και τέλος σκλαβώθηκε από τους Οθωμανούς -Τούρκους. Από την τουρκική δουλεία πέρασε στην Σουλιώτικη Συμπολιτεία.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ
Αχέροντας
Ο θρυλικός ποταμός Αχέροντας, τα Στενά και οι Πηγές του αποτελούν μια περιοχή εκπληκτικού φυσικού τοπίου, ένα οικοσύστημα με μεγάλο οικολογικό, φυσιολατρικό και ιστορικό ενδιαφέρον.
Ειδικότερα η διαδρομή από τις Πηγές έως το Σούλι κρίνεται απολαυστική αφού γίνεται κάτω από την σκιά τεράστιων πλατάνων και μέσα από την δροσιά που χαρίζουν τα παγωμένα πεντακάθαρα νερά του ποταμού απολαμβάνοντας συγχρόνως τα εξαιρετικής ποιότητας εδέσματα της περιοχής.

Ενα άλλο κύριο χαρακτηριστικό του φυσικού τοπίου είναι η τεράστια πεδινή έκταση η οποία καλύπτει ένα μεγάλο μέρος του Δήμου αλλά και της ευρύτερης περιοχής και δίνει μια ιδιαίτερη ομορφιά σε ολόκληρη την περιοχή.

Η εικόνα που δημιουργείται κοιτώντας από τους ορεινούς και απόκρημνους όγκους της οροσειράς του Σουλίου είναι μια εικόνα πανοραμικής θέας με φόντο ολόκληρη την πεδιάδα του Δήμου και της ευρύτερης περιοχής καθώς και τα παράλια του Ιονίου πελάγους.

Στην όχθη του ποταμού συναντάμε τη θέα των βράχων και της πολύ βαθιάς χαράδρας απ' όπου ξεπηδούν, μουγκρίζοντας και αφρίζοντας τα νερά του ποταμού όπου σου δίνουν την εικόνα των Ταρτάρων και της κατοικίας του Πλούτωνα.
Οταν το ποτάμι βγαίνει από το Στενό και απλώνεται κάπως, παίρνει μια στροφή στην πεδιάδα σαν να νιώθει ευχαριστημένο που ξέφυγε από τους βράχους και κυλάει ανάμεσα στις καταπράσινες όχθες του.

Αυτός ο όμορφος και σπάνιος στην Ελλάδα βιότοπος έχει ενταχθεί στις περιοχές προστασίας της φύσης του Δικτύου «Φύση 2000».

Αγία Κυριακή
Για το Γαρδίκι, εξαιρετικής σημασίας εκκλησιαστικό μνημείο αποτελεί ο Ναός της Αγ. Κυριακής.
Η εκκλησία αυτή χτίστηκε πιθανόν την υστεροβυζαντινή περίοδο, μονόκλιτη με καμάρα και αντικαταστάθηκε από δίρριχτη στέγη.

Στην Χόικα αλλά και στο Γαρδίκι σώζονται ακόμη αρχαίοι οικισμοί και αρχαία τείχη.
Επίσης μικρή οχυρωμένη ακρόπολη βρίσκεται στη θέση «Κιοτέζα» της Αγοράς αλλά και στην Χόικα, επάνω στην εθνική οδό, βρίσκεται μικρό αρχαίο Σπήλαιο, το οποίο δεν έχει εξερευνηθεί ακόμη.

Σκάλα της Τζαβέλαινας
Δεξιά και επάνω από τις πηγές, η Σκάλα της Τζαβέλαινας - ηρωίδας Σουλιώτισσας. Η ανάβαση σχετικά εύκολη. Το τοπίο άγριο, το βουητό των νερών, το καταπράσινο ολόγυρα, η θέα προς την πεδιάδα ξεκουράζουν και συνάμα κυριεύουν με δέος την ψυχή του επισκέπτη.

Παλαιά Εύροια
Η γνωστή απο τη φιλολογική παράδοση παλαιοχριστιανική πόλη της (Παλαιάς) Εύροιας τοποθετείται στην Γλυκή του Δήμου Αχέροντα.
Ιστορικές μαρτυρίες ταυτίζουν την πρωιμότερη φάση της σωζόμενης σε ερείπια τρίκλιτης μεσοβυζαντινής βασιλικής με τον μεγάλο ναό, που έχτισε ο επίσκοπος της πόλης Δονάτος, με χορηγία του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, στα τέλη του 4ου μ.Χ. αιώνα.