Εκεί που φέγγει χρόνος κάτι βαθύτερο συμβαίνει

κάτι απο μάς ανιστορείται επιφαινόμενο

κάτι από άνθρωπο σκιρτά ανθεί

σαν που ανθρώπινα χέρια το κλώθουν

τέτοιοι δρόμοι ανοίγονται με καιρό και κόπο

σαν να πασχίζει να διασταλεί ο χρόνος

για να ‘χει μοίρα πασχίζει κι άστρο

Kι άν άκτιστα μάς τσουρουφλίζει

προς τι ο κόπος να τον πολεμήσουμε;

Είναι απολέμητος, αμάχητος, πίκρα, στεναγμός, βαλάντωμα

το βλέμμα πληγώνει βαθιά τα νεύρα τεντώνει,

κρυμμένος στην ισοτοπιά ολοφανέρωτος μασκαρεμένος,

κάθε δευτερόλεπτο πληθαίνει και μάς μειώνει,

σκιά μας νύχτα γίνεται ύπνος και των μελλόντων θάνατος

- μέλλοντα που δεν έχουν θάνατο -

Τα τρία πρόσωπα του χρόνου αναβοσβήνουν σαν φάρος,

αστός αγρότης άξεστος μές στο τυφλό του

τρυπά την πίσσα άσφαλτης οδού ξενητεύεται στην πόλη του

Εγώ να γυρνώ με δυο ρόδες κι όταν ρόδο τρυγώ,

φτερό κόβει ορίζοντα κι όλα ξαναγίνονται

Δολοφονική γαλάζια πλάκα ουρανός φράζει το στήθος στοιχειώνει ύπνους,

ώρα πού άλλα με φως θωπεύει άλλα αγνοεί νόμος υψιπέτης

Στα φέρνει εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα

Τώρα μετράς της θλίψης τραγούδια λυπητερά,

η φύση χρώματα αλλάζει και σκοπό,

οι άκρες του τόξου λυγίζουν το τέλος βρίσκει την αρχή

΄Ολες οι μορφές είναι μέλλον