Να ‘μαστε ακόμα στις χρονοθαλάμες σε γή ανοιχτή ολόγυρα

σφιχτή ολόκλειστη με της βαρύτητας το κύρος

μορφές αμόρφωτα πλασίδια

δίνουν ρυθμό στη νύχτα παράτονα γαυγίσματα

συμβαίνει έτσι ανατολή στις πιο μαύρες νύχτες

θλίψη πάψε κρούστα πυκνού σκοταδιού σπάσε

ξόδι να δέσει και γιορτή Διονύσου θίασος στις λάρνακες

όλο το σφρίγος άθλα επί Πατρόκλω δικός σου θάνατος φαίδιμε Αχιλλεύ

ψοφοδεή φόβε το βασίλειο της αγάπης τρέμεις

αγάπη λυώνει του σκότους τη σκουριά γίνεται φως

κόκκινη καρδιά παλεύει τον Άδη μπάζει τη γή στον ουρανό:το σπίτι της

Έβλεπες την ομορφιά έφευγε σε πλάνταζε η φυγή της

μέγγενη στην καλοκαιριά που περισφίγγει σε πυρετού ζώδια άπειρη ανατολή

βράζαν τα τσίπουρα στη γλώσσα ο γρανίτης ανθότυρο

πορσελάνη γυαλί φεγγίζει αχτιδοσύννεφη πνοή

σταλαματιές ονείρου φρέσκο νερό αρχαία φωτιά στόμα της πέτρας άγαλμα

Διώνη με πλούσια χέρια χάδι για περιστέρια

χιόνι στολίδι του βουνού πέφτει σαν κρύσταλλο η φωνή πάγος ανάσα

της φλόγας σάρκα μπήκε το μεσημέρι αγριεμένο φώς καλοκαιριού

νύσταζες’ μάς κύκλωνε ζέστα

φεύγεις μέσα στην πόλη αποκεντρώνεσαι