Όταν βαθείς συλλογισμούς βαφτίζεις στο σπειράλ των δρόμων

κινείς σε εποχής τροχό τον τόπο και το χρόνο

τότε το δίχτυ σου χρυσό και καίγονται οι διαβάτες

ξανασκουντάς τον άξονα του γηραιού πλανήτη

εκείνος σου τρελοχορεύει σκοπούς της πένας σου

η μουσική των στίχων σου πετά στ’ αστέρια

Έτρεξε χρόνος στα γεφύρια του ουρανού

τρίφτηκε το πέτρινο γεφύρι με χρώμα αχνό σαν το ‘πιανε φώς και καιρός

τίναξες κιούρτο στ’ ανοιχτά ψαριών κοπάδι σκόρπισε αχτινωτά

γέροντες δολώνανε μαύρο μυστικό καμιά περιέργεια δεν είχαν πιά

πού πάει πούθε έρχεται αν έχει ψάρια το ποτάμι

τρελάθηκε η επιθυμία μέσα τους

θέρισε ο χρόνος νιάτα σαν τρυφερά καλάμια

πλοκάμια της μοίρας έρχεστε από παντού παντού ας ψαρέψει το καλάμι