Χτυπά την τρίαινα στον ήλιο γκρεμοτσακίζονται ένα κοπάδι σμέρνες

ξαστερίζεται ο ουρανός του ύπνου λιθόστρωτο σεντόνι σπέρνεται αστέρια

πήρα έναν ανήφορο πήρα ένα λυκόστρατο

Τήν απουσία σου τυλίγει σεντόνι που σε κοιμήθηκα

ξεθυμασμένα του έρωτα τι περιμένεις στο βράδυ αυτό;

Η φωνή του χρώματός σου είναι απο χαράματα αγόρι

αγόρι αγόρι πού πάς; Του σταυρού σου καρφιά σφυροκοπάς

σίγα ο υμένας θα σαλέψει μην καις όλα τα χόρτα σου

Μέρα ανάβει σκοτεινιά όσο που να πεθάνω φτωχός του πλούσιου πόνου

μές το κρασί πίνω τον ήλιο μές το ψωμί η νοτιά πάει στην καρδιά

πίνω καί πίνω

πίκρες καταπίνω

έχουν όστια το τραγούδι

Στίς φωτερές συκιές σύκο φωτεινό άστρο του χειμώνα

Πλούσια κοιλάδα τη διαβαίνω όχτο τον όχτο γκρεμό το γκρεμό

ψηλά περνούν οι φύλακές μου πρωτοψυχές σε συννεφόκαμμα

Δεν πιάνει άνεμος θανάτου σε τραγουδιού απανεμιά

απ των νευρώνων τα κενά πετιέται η σκέψη φωναχτά

Απ τα βιβλία τι κρατάς; Της ράχης τους τον τίτλο

δέσιμο στάχωμα ποντισμός κατά βυθών

Στών κήπων τις γωνιές όλα γενήκαν κυκλικά ,μελισσομάντρι

κυλώ το τσέρκι γωνιά τη γωνιά σφυρίζοντας τρελό σκοπό

ενεός στην αμφιλύκη λύκοι απ’ εδώ κι απ’ εκεί λύκοι

 

Εδώ η νιότη μας πλέχτηκε με άυλα βελόνια

κάτω απ του ήλιου τον τροχό

άφωνα όλα του κόσμου σε αναμονή τρεμάμενα κρεμαστά νερά

Ρολόι μες τον καθρέφτη σφυριγμός από σύμπαν

Έκανες μεσημέρι η μέρα αχτίδωνε ένα φώς αράχνη

Στό μυαλάκο στίς καρυές πράσινες φωνές

η νύχτα καταπάνω μας σαν πανωφόρι

ανηφορίζαμε γιά την Παληόχωρα

εσύ Κυριακή εσύ Αντιγόνη εγώ

Δέν ξέραμε νυχτώσαμε σε ένα απόγευμα μια ζωή

Χρυσά κυδώνια στό χιόνι λησμονιάς απογώνι

Ξαστερώθηκα

σε λάθος τόπο στρώθηκα σε στάβλο ξημερώθηκα

Το αχούρι φλέγεται:

π υ ρ α κ τ ώ θ η κ α

φιλί αγάπης βαθιά ερωτικής γυναίκα εσύ θάλασσα υγρή ξέρεις

στις όχθες στα ρηχά στα πιό βαθιά να δεχτείς

τύλιξέ με στα φλογισμένα κύματά σου πυρωμένο μου αίνιγμα