Χάλκινη της καμπάνας πνοή περνά τους ύπνους,

θλίψη ελαιοτριβείων μας θλίβει,

είναι στα αγάλματα ένας παλμός

oυράνιας σκόνης το μακρινό των θανάτων,

της αντοχής τους το λιοπύρι, πλάι σε θάλασσα, ανασαίνει

μακρύ γυαλού φεγγοστάλακτο αιματώνει τη δύση,

των νερών επιφάνεια ώρα χρονώνεται σε στεφάνη χρυσή

ενώ χορεύει απογευματινό σμαράγδι στα κύματα

 

Τα παραθύρια ανταυγάζει παραμύθι υγρό χώρας σολωμικής,

κορίτσια με φιόγγους λευκούς του ονείρου πλησίον διαβαίνουν,

λευκά αγριοπερίστερα φέγγουν ουρανό,

με χείλη που δε φθόνησαν θέλει να φωνάξει φτωχός της χαράς

του κόβει τη φωνή καμπάνα στην ελιά κρεμασμένη, σαν ξάφνου πένθιμα ηχεί

Νυχτερινός διαβάτης στο μεσημέρι ο πόνος μας παίρνει την ψυχή