Η ζωή από το περιθώριο ρίχνει εικόνες προς το κέντρο του σύμπαντος

Στην κουπαστή του παραθύρου

με τον ψίθυρο του ονείρου

αρμέγω φως

άλαλος, κουφός

Η σκάλα της φωνής καν ντορεμί καν χρώματα

σκαλώνουν στο μάτι της ίριδας έρχεται απ την αυγή,

απ’ τις σκαλωσιές του Παρθενώνα κόρη σε τρικυμία

χειλιών μηνύτρια θεών

συμφωνία μας κι ανακωχή ανάμεσω και ανάμεσω

όνειρα της σκιάς και όνειρα της ύλης

συναπάντημα

χέρια στην κουπαστή

το Όνειρο να πιαστεί απ την αρχή

του φωτός σύρριζα στου σκοταδιού τα χείλη

Είναι φωτιά των πραγμάτων

το χρώμα

φωνή της πέτρας

λαλιά της αλκυόνας

όλο το φύλλωμα του δάσους

όλη η ψυχή

σα δράμα πετά λευκό καράβι στη διαγώνιο

γαλαζοπράσινου καφεκόκκινου

συμβολές θερμού θερμότερου

μέσα κινείται το φως σαν βάρκα

πάρε με καραβάκι πάρε με

ταξίδεψε με κυματάκι, θάλασσα

τον παλμό σου λαχταρώ

με αναστατώνεις νιώθω σα θάλασσα

εσύ κοιτάς απ το παράθυρο

κι η θάλασσα είναι πίσω σου,

μέσα στο δωμάτιο

θάλασσα μέσα μας, θαλάσσια δέντρα

πλοία θαλασσόξυλα

σανίδες που φύτρωσαν στης αρμύρας τον ανθό,

γαλάζιοι ήλιοι, Τρίτωνες κι αποθέωση ω φως!

Την πλάτη του θερμαίνει θάλασσα η μορφή ταξιδεύει

στη σκαλωσιά του κόσμου

Ο τοίχος μαύρος κατέβαινε ως την παραλία

Ώστε είπες: κρατήσου από την κουπαστή

το δωμάτιο του σώματος ταξιδεύει χωρίς τοίχους

ή με τοίχους το άπειρο

Όνειρα στο χαρτί

Χάρτης ονείρων

Βάρκα γιαλό, βάζω μυαλό

Κλέβω απ της ζωής το βάζο

και σ αρπάζω

Κράτα με, αγάπαμε, όταν έρχομαι ,όταν φεύγω