Τόσα δράματα χαμένα, βουβά που τρυπάνε το στερέωμα χωρίς παρηγοριά

Από χτύπημα της μοίρας σ άλλο χτύπημα, πάθη χωρίς θαυμαστικά.

Ο μύθος είναι απλός τι σου μαθαίνει;

Πάνω στη λάμψη της ζωής γκρεμός

Χτυπά η ζωή στον τοίχο αυτής της μοίρας της ανελέητης τι να μάθει;

Μάθημα του θανάτου, την τρύπα που χάσκει και πίνει την καλλίτερη ζωή;

Σαν να σου λέει πως είσαι κάθε τόσο στη διακλάδωση κι αν πατήσεις λάθος

κλαδί γκρεμοτσακίζεσαι

 Κι όσο κ αν κόβει η μοίρα γύρω σου εσύ είσαι ορθός

Σ αφήνει όμως άφωνο, άναυδο κλεμμένο

Το πάθημα το δράμα συμβαίνει σε όλη την κοινωνία  σκιά-

ζεται το μικρό χωριό το μάτι του εκεί γυρίζει και πονά

Ο πεθαμένος δημιουργεί γύρω του μια δίνη δακρύων συνάζεται ο χωρικός κύκλος γύρω από τούτο το βυθό ταράζεται πενθεί.

Πικροδάφνες σκιάζουν μνήματα πικροθάνατος χωνεύει και τα κοιμητήρια.

Οι πιο κοντινοί κορυφαίοι του θρήνου πρωταγωνιστές δακρύων και στεναγμών

απαρηγόρητοι μαύροι αγωνιστές από φαρμάκι θάνατο.

Η μηχανή του χρόνου πιάνει δουλειά παρηγορήτισσας .

Ο τάφος ταξιδεύει πίσω .Φεύγει μπροστά η ζωή υποχρεω-

   τική δασκάλα του πόνου μεγαλώνει το πένθος σαν μωρό με γάλα το φαρμάκι

Το φαρμάκι συνηθίζεται γίνεται μαύρο ρούχο και ντύνει την ψυχή

Μακρύ είναι τούτο δω το ύφασμα τόπια και τόπια

Η είδηση είναι κεραυνός η είδηση είναι βόλι που σημαδεύει το μικρό χωριό

και πλημμυρίζει στο μαύρο

Σκιαγμένο χωριό ερειπιώνας έρμο

Ποιος να θερίσει στα πεζούλια του. Ποιός κάμπους να ποτίσει.

 Και σπίτι δεν καπνίζει

Έτσι ερημιά το βρήκε ο θρήνος του χορού που επέστρεψε από Άδη

Χορός που έχασε το κοίλον και ταξιδεύει τις ερημιές αποξεχασμένος άλλου καιρού

Απομεινάρι ελέους που πιάνει δουλειά στα έρημα

Μαύρος ίσκιος και φάντασμα αλλοτινών καιρών και ψάχνει για μπαχτσέδες

Δεν έχει ζωή εδώ το μοιρολόι μόνο θρηνεί στις ρεματιές.

*

Σαλεύει μια προσπάθεια να ξαναπιάσει ζωή. Δυό τρείς πόρτες

ανοίγουν και να!

Καπνίζουν τζάκια.

Σωπαίνει ο θρήνος κατεβάζει τα επικλητικά του χέρια

Στη χωραφιά οι καλαμιές θροΐζουν

Τις ζωντάνεψε ένα αεράκι φρέσκο κι ένα πόδι γοργό σίγουρο βαδίζει λικνιστά

Είναι από τούτα εδώ τα χώματα πόδι φιλικό ζωή υπο σχετικό.

Με λυγερό παράστημα, με ολόδροσο χαμόγελο θερίζει με μιας την ερημιά

Το τραγούδι της κυλά σ όλες τις ρεματιές ,ρίχνεται από περα χαϊδεύει

απαλά το βλέμμα τις ράχες κι όλη η φύση μοιάζει αναστημένη

 Σιμά και παιδικές φωνές ,παιχνίδια, αναδιπλώνεται η όψη

του σκιαγμένου χωριού

Χαράζει ένα χαμόγελο σ όλες τις λαγκαδιές του

και στην ποταμιά

Ολόδροσα κορμιά σκίζουν τα νερά, μεθά η ζωή ,αρέσκεται,

λάμπουν τα βότσαλα στον ήλιο, ορθώνονται στιβαρά πλατάνια στις όχθες,

μυστικοί κήποι βουτηγμένοι στο νέκταρ χαίρουν

Ολόχλωρο τριφύλλι μας κοιτά πράσινος πανικός σιγοσαλεύοντας

τις κορφούλες του

 *

Πώς μπαίνεις και τι μαθαίνεις στο και από το

μπουκέτο αυτών των κοριτσιών που συνομιλούν από

παραθύρι σε παραθύρι κι αστράφτουν τα δόντια τους εφηβεία;

Αχ σ αυτή την ηλικία κι οι διαβόλοι είναι όμορφοι

βασανάκια έφηβα ,λεπτοί μίσχοι κόρφοι λακκάκια της αυγής

όπου πάνε οι τρελοί από έρωτα να πιούνε τη βροχή

Πανωραίες στα παρεθύρια της πολύδωρης μέρας χρυσό γέλιο

μελαχρινή αστραπή μνήμη καιρού που εφηβικό πέταγμα έπινε

νερό μεθυσμένο από πρώτες αγάπες και άδολες

Σημείο μηδέν της μνήμης ξυπνάει νερά μουσικά

στο τρελό του αηδονιού

Ξετρελαμένο από άνοιξη πουλί σε τεριρέμ

χωρίς αντίλαλο

Χωρίς αντίλαλο γιατί;

Πληγωμένο από αγκάθι τριαντάφυλλου που του πέταξε μια πανωραία

μέρα ένα άδειο τώρα παράθυρο

Άδειο σαν πεθαμένο μάτι

Άψυχο σπίτι, χάσκουν θύρες παράθυρα ,βασιλικός στεγνά μυρίζει

Κι είναι Requiem ,νότες του κότσυφα ,ελεγείες κορυδαλλού

μιά σιταρήθρα τρίλιες ερωτηματικά ρίχνει από τον ουρανό της

Όμως εκεί σ αυτό εκεινά το μνήμα λιβάνι κλώθει αντήlιο ουρανού

μπλάβο καπνό ,ψυχούλα κι ανεβαίνει

Πλάτανε θεριοκλωσμένε, εσένα να ρωτήσω που έχεις πλατιά τα κλαδιά

γέρικη ηρεμία

Είδες τα μάτια της

Τα μάτια της που με ταξιδεύουν καιρούς και καιρούς;

Θες και σε ποιο κόσμο τράβηξαν . κόσμο ποιο μαρτυρούν;

Από δω θα μπω από παραθύρι

Θα γίνω ωραίας ψυχής πελάτης. Ίσως μπορέσω να δω με ποια

μάσκα κοιτάει ,ποιον κόσμο

Να δω πως λάμπει ο κόσμος σε σκοτεινά ακατάδεκτα μάτια