(Με καίει η μέρα καταφυγή η νύχτα και γίνεται ένα)

Σκοτεινό βράδυ και νιώθεται βυθού ψάρι στη στέρνα,

κελάηδισμα τσίχλας στις ιτιές

άνεμος υψώνεται στα ιερά τείχη κάθετος ασημόφτερος

Σκιερό ζεύγος σμίγει χωρίζοντας όπως σκιές κυπαρισσιών

Δώμα σε κοίτες ουρανού πατάνε σε φεγγάρι

Αχτιδοσύννεφη έλαμπε κοιλιά είχε ένα κύρτωμα ο τόπος.

Κόρη του ανέμου σε έραιναν νύχτιοι μενεξέδες

Είχε μια πέτρα στην καρδιά Άλαλη δωρεά

έφευγε η νύχτα τα μαύρα της άλογα

Στου θυμού το γέλιο οι ώρες παίζουν κυνηγητό,

μηλιές βυθίζουν βαριά μήλα ως το πάτωμα

Ασημοφώς της θαλερής καρποί και φέγγουν

Εγώ είμαι η πόρτα δεν είμαι το δωμάτιο,

αυτό που είσαι γίνεσαι κάθε μέρα

είσαι πιο κοντά από κάθε αυτί

πιο μακριά από κάθε αστέρι

είσαι χάδι φωνής μες τα μαλλιά κι είσαι άνεμος

κρυστάλλινα χείλη στη σιγαλιά αντηχούν το σιωπημένο

Σε ανάερη λίμνη γλίστρησαν κουπιά της νύχτας

άστρων φωτιές μες τις μηλιές πενθεί ένα χαμηλό που σιγοσώνεται

Φεγγαρική ξεχώριζες νύφη δε βρήκε το πρωί

λεηλατημένο σύννεφο πέτρινα περιστέρια σε κοιμήθηκαν

ελάφι αυγερινό έπεσε μες τα αστέρια

Με άνεμο μες  στα μαλλιά στόμα της πιο τρελής φωτιάς,

ασημόφυλλο λεμονιάς, λεμονόσχημη ρώγα

 

Λοξά πεσμένα μάρμαρα λάμπουν νύχτα αττική.

 

Στρίχνο ύγρανε μάτι ανοιχτωσιά νύκτια,

αργοκυλά Ηριδανός ασήμι κυανό της ίριδας

νάι μινυρίζει στου ναού τα σκαλιά.,

κρήνη μαρμάρινη σταλάζει στους αθανάτους

Επιτύμβια είδωλα τρέμουν μες τον καθρέφτη των νερών

μνήμη αλγεσίδωρη σκιρτά και φτερουγά το αίμα

Λύνονται ζώνες δένονται ,κορμιά ποθούνε μαίνονται,

άρπαγες το θελξικάρδιο δε στέργει μυστήριο,

ό,τι βάλθηκες να λησμονήσεις ήδη σε προσπερνά