Τις καμπάνες του τέλους δεν ακούμε

 

Αγνόησε τα στολίδια του στενού μνήματος ,

καθόλου δεν κοίταξε τα  εφήμερα λουλούδια ,

της ομορφιάς δεν τίμησε τον κήπο ,

της υψηλόκορμης προτίμησε τη συντροφιά

που ράβει μόνη το φόρεμα της ,

μονάχη φτιάχνει ελιξίρια παρηγοριάς ,

αναλαμβάνει εκείνη τους εκλεκτούς της

να οδηγήσει στη θαρραλέα ανάληψη πόνων και κινδύνων ,

τη γενναία αντιμετώπιση της απελπισίας.

Με άτρομο χέρι και βλέμμα ατενίζει άπειρο και μηδέν,

με άπειρη εγκαρτέρηση κι επιμονή

διεξέρχεται κατά μέτωπο τα αινίγματα ,

τη μάχη αναλαμβάνει της απορίας, της αγωνίας, της ατοπίας,

θερμαίνει το ερώτημα επιχειρεί λαβες

 

Το αίνιγμα λύνουμε εκείνο δένεται πιο σφιχτά ,

πεπρωμένο μας και μοίρα, γράφουμε και γράφουμε

Στις ανοιχτές κλεισούρες

πόρτες ανοίγουμε πάνω σε πόρτες ,

το θάνατο δεν περνά κανείς

Ο άνθρωπος μια αμυχή στού ατέρμονου την πορεία ,

όμως μέσα σ ένα μοναδικό αξίωμα

να μπορεί ν’ αντιτάσσει στης μοίρας το αίνιγμα

το αινιγματικό του μέτωπο,

τα διασταλμένα μάτια στη ζήτηση του απείρου

και να ελπίζει με αύξουσα ψυχή

τιμή βίου και πολιτείας ,

μυστικός του σύμπαντος ,μυσταγωγός της ύπαρξης

Να σε μεταμορφώσει ω καρδιά σε τι;

Σε άπειρο

Τα έργα της αγάπης