Πλέκω μυρτιές,, και χαλκοπράσινα της δάφνης φύλλα

σφυρηλατώ στο σιδεράδικο, πολύ να μοιάσουν

του αγάλματός σου το αδρό, πλεξίδα στην πλεξίδα

Όλα στιλπνά σαν την ψυχή σου μην και τη δελεάσουν

να καταδέχεται τούτο το άγαλμα, να εμψυχώνει,

τις πτυχές του με νόημα να πτυχώνει,

ώστε η πλατεία ετούτη που τόσο σε γνώρισε,

να ανατονίζεται ν’ανθοβολά στα κάλλη σου

Καθένας να μάθει πως κάποια που αποχώρησε,

ξανάρχεται, την ώρα που πιάνεται το φως στη χάρη σου