Ι.         

Ίσως να σ’ ονειρεύτηκα

ΑΣΕΛΗΝΗ της νύχτας σύρριζα στον πευκώνα ,

τα βαθυπράσινα, τα σκουροπράσινα

Διαβαίνει εκείνη στα μαύρα της σκιάς μέσα αιώνα

Ίσως να σ ονειρεύτηκα από άλλου καιρού το γύρισμα,

άκαιροι παλμοί μαύρο του το διαμάντι,

ξερό στεγνό μονοπάτι ,κάθετοι ηλιοτροπισμοί βγάζει σε μέρα

Χρυσάφι κάμπος ήλιος θαμπός θαμπό γυαλί,

τόξα φρυδιών καμάρες θεογέφυρα -μυστικά σκαλώματα

Φίλιες σχέσεις ,ανασχέσεις ,η χαίτη των βουνών σαλεύει.

Ανακλαδισμοί, ματόκλαδα γραμμένα

Χείλος χειλιών ησυχασμένη σιωπή.

ΔΑΣΟΣ της αντένας: Σσς

Στροφοειδές πέρασμα

-τρέχεις εσύ πυρρό πουλάρι

μέσα στους καλαμιώνες-κροταφικοί παροξυσμοί

στριγκιά φωνή του μαυροκότσυφα

Κόμποι της γλώσσας-(κατάφωτος εωθινού κάλλους)

ΑΡΡΗΤΑ ρήματα

πολφοί και γεωδαίτες

Δεμένος πισθάγκωνα σε χωμάτινη παίδεψη

Αγκαθωτά κιγκλιδώματα

ξένος σε γη, ξένος της γης

του κόσμου όλου ξένος

ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ να πεις ,το μαύρο να πεις, το σκοτεινό,

το ασημένιο της ελιάς ,το χρυσαφί χρυσό της

Κι ας γέρνει σε χαμογέλιο-

γίνε βρυσούλα μυστική

στα βρύα τα βαθυπράσινα

Στα απόκρημνα της στυφής πέτρας

στ’ απόκρημνα της στυφής ρίπας

φωλιά μελισσοφάγων

Ανασυρμός άδολες μνήμες παιδικές και παιδεμός στα μνήματα

Μικρά γραμμωτά σιταρήθρας σύρριζα του σιταγρού

Στέρνες κι ασημίζουν τα νερά,

κρύα σκιά της ρίπας

Στο γύρισμα του ήλιου η ώρα των παιδιών

κι ανωθωρούν με πρόσωπα απορίας

ΙΙ.        

Ίσως να σε κατάφερα

ΜΠΟΡΕΙ να σ’ έφερα κατά  έχεις πια τον σκοπό σου

Ολoς μες την καταφορά μπορώ να πάρω φορά

φορά κι αντίφορα και μ ένα λάκτισμα στης γης τα κέντρα

να διαταράξω την αντιφορά των στοιχείων

σε ύψιστη ύβρη να χάσει ο κρόνος τη μιλιά του,

να χαλαρώσει το πετσί της γης και να σκιστούν οι ουρανοί

ο νους εκείνου να στερέψει κι ας χυθεί ο κάλλιστος κόσμος

σα μάγμα στα χάη του ερέβους,

κι ας βρει ανάσταση

στο γιγάντιο ξύλο του γαλαξία καρφωμένος

ΝΑΒΑΛΑΝΑ- Σε δοκιμασία το γιγαντιαίο δημιουργό

να νιώσει στα ύπατα το σκίσιμο του πόνου-μαζί μου μαζί του-

Να γείρει ο κόσμος στο άλλο του το άκοσμο,

στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό

Από ένα ταξίδεμα Σεβαστιανή αδερφή

σ’ ένα νύχτωμα χωρίς νύχτα,

σε μια κατάδυση στον έβενο του αλαμπούς,

στο πισωδινούμενο του μηδενός

Σ ένα μηδέν πιο μηδέν κι απ το μηδέν

το φιλόκοπο του παρία μπορεί και να μας φωτίσει

-Ίσως τότε να σε κατάφερα.

ΙΙΙ.      

Εμπυρείον

ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΗ αδερφή μου σωπασμένο μου γράμμα

Πώς να ταιριάξουν τα δυό μισά της γης;

-Τρία μαύρα πουλιά με χάλκωμα ράμφος

που σπάνε τον ορίζοντα-

Το ένα μισό της γης ,το νεκρό της,

γυρνάει σε σημασία το άλλο της:

Δινούμενη και τρώει τους καρπούς της

ώριμους καρπούς και άγουρο καρπό

Έτσι με ένα τέτοιο τρόπο γέρνει σε μιάν ιδέα

-το νιώθει αυτό το μοναχό-

που σα σε κόσμο φέρνει,

χτυπημένη από φως υπεροχικό κόσμημα

και σε ώρες αναλάμπει μέσα στο διάφωτο

Σεβαστιανή αδερφή μου εραλδικό μου γράμμα,

σε σημασία κρυφή σε σημασία διάφανη

Καλή μου το ρήμα της Πετραίας Αραβίας

κόσμος κρυμμένος μέσα στο νόημα του

σου παραδίνω το λεπτό βάζο της γης να το προφυλάξεις

IV.       

Σε μαγεμένα ρέματα

ΤΗΝ ΕΙΔΑ τη Σεβαστιανή σε μαγεμένα ρέματα

Συλλοϊσμένη και σκυφτή να λούζεται σε ασέληνο φέγγος

Ένα νυχτερινό φτεροκόπημα την οδήγησε να κοιτάξει

στην άλλη άκρη του ουρανού στο πέλαγος της πούλιας

Έφερναν τα ρέματα πάχνες απ’ τα βουνά τα αντίπερα

κομμάτια μαύρα αντάρας σαν από ορυχείο χαλκού

κι ανταύγειες νύχτιες των αστερωμάτων

Τότε σε είδα Σεβαστιανή αδερφή

Στον μαύρο καθρέφτη σε είδα των κάτω ψυχών

Ήσουν πυξίδα ανάερη κι εκούναες ένα δάχτυλο.

Ένα δάχτυλο που έφερνε στη γραμμή των χειλιών

Γραμμή σιωπής .Έτσι ένα νεύμα

Σεβαστιανή αδερφή μου αυτό λέγεται απομάκρυνση

Σεβαστιανή αδερφή μου εννόησα την απώλεια στο φυσικό:

«Δείξε με. Νύχτα δείξε με

με το σταθερό σου δάχτυλο

μου λείανες το μέτωπο

δεν έχω άλλο να ιδώ

μια σταλιά ιδέα να ιδώ»

Τι;

Με γυρνάς σε χορό δερβισάδων; σε χαμογέλιο γυρνάς;

Με αναστρέφεις τα μαγεμένα σου ρέματα;

Τέτοια η σιωπή σου;

Τι η σημασία-έχει-η

σιωπή σου;

V.        

Ανάκρουση

ΤΗΝ ΕΣΩΤΑΤΗ άρπα σου ανακρούεις με τις σιωπές σου

Στο ανάβλεμμά σου ξεκρίνω ανήκουστο φέγγος

είσαι όλη εκεί μικρή αδερφή της ουσίας

είσαι όλη εκεί σε μια ανεπαίσθητη κλίση

παρούσα στο εσώτατο κράτημά σου

και μαθητεύω στους τρόπους σου

Μέσα μου ηχούν οι τρόποι σου σε στιχηρά τροπάρια

Με θάλπει ένα άφατο κάλλος με αγιάζει

Σεμνύνομαι και ομνύω σα σε μυστήριο άρρητο

Το θέλω σου θέλω κι η σελίδα του κόσμου καταμετρήθηκε

Με κατακλύζει το ρήμα από σημασία αρχαία

σα κύμα με βγάζει στην αρχή

Επαναλαμβάνω της αλήθειας το μάθημα

και συλλαβίζω στης ψυχής τα ψηφία

το όνομα το σωπασμένο, μιλάει αρχαίος εαυτός

Ενδόραση. Τα λίαν καλά. Επιστρέφει το καλό με τόκο

Εσώτατη άρπα  ηχεί, αγγέλλονται της ψυχής τα αγάλματα:

«Η ψυχή ανοίγει το χρυσό κουτί της»

Έδειξε τον κόσμο η ομορφιά

Δεμένος πισθάγκωνα στο κατάρτι του θάμπους της

γίνε μάρτυρας της γλώσσας της. Καταδέξου το μαρτύριο

σταυρωμένος της ομορφιάς

VI.       

Σταυραδέρφια

ΌΛΟΙ οι ποιητές μου σταυρώθηκαν στα δάση της τρέλας,

τους κατέκλυσε το μαύρο τα άφατα ρήματα

Είχαν γοργόφτερο βηματισμό οι ποιητές μου

Ανεμισμένες οι χαίτες τους τα βράδια ξεχύνονται

με ποδοβολητό κι οργώνουν της νύχτας μου το μαύρο

Κατακρούουν τον κρανιακό θόλο με γοργές επελάσεις

Αυτοί οι ποιητές μου οι αδερφοποιητές μου

Από το μεσονύχτι τους ορμούν και καταλάμπουν

σα σε βαθύ μεσημέρι

Δεν έχω τι να πω στ αδέρφια μου της νύχτας

το μαύρο τους κρασί με κερνούν

από ασημόφεγγη κύλικα και καλπάζουν μες το γέλιο

Με περιχύνουν με τα χίλια αστέρια της γλώσσας τους,

οι τρελαμένοι αδερφοί μου - κι εγώ αντίδωρο δεν έχω:

Τους δείχνω τότε τη Σεβαστιανή αδερφή

για να σωπάσουν το γέλιο τους που με κρούει θανατερά

Τότε σωπαίνουν. Τους παίρνει η ησυχία της νύχτας

και τους ξημερώνει .Ίσως να ευτυχούν τότε

και να γυρνούν στο σήμα τους ,οι σηματωροί

Ίσως να πήδηξαν μες απ τα δάση της τρέλας τους

Σε γαλανή πατρίδα. Ίσως να τους πήρε το γαλανό

του ουρανού και να τους καταδεχτηκε

VIΙ.     

Κι αν ωριμάζει ενας καρπός.;

ΠΩΣ θες να ξέρω το ανήξερο,

το φυτικό να νιώσω άξαιμα πώς;

Εμείς αίματα είμαστε,

αίματα από αλλά αίματα

απόλυτη ροή αίματος,

αίμα που κυκλοδίωκτα κατέρχεται

από αιώνες χρόνους και το δρόμο του τραβάει

Αν από άνθος η μυγδαλιά το γυρίζει σε τσάγαλο

με τρυφερή ψίχα κι έκτοτε σε σκληρό;

Δεν είμαστε κι εμείς τέτοιοι φτιαγμένοι;

Από τρυφερό στο σκληρό στο πολύ σκληρό της πέτρας δε γυρίζουμε;

Για να είμαστε εύπλαστοι δε λες;

Για να δεχτούμε τη σκληράδα του πόνου

και το άγγιγμα της ομορφιάς

κι ό, τι άλλο οι κατεβασιές του χρόνου

απιθώσουν στο σκοτεινό μας μέσα αιώνα τον απύθμενο;

Δεν πρέπει με τον καιρό ν’ αντέξομε;

Είμαστε λες σαν τον καρπό που ωριμάζει;

Έχουμε ορισμό; Προορισμό έχουμε;

Κι αν μ’ όλα αυτά ωριμάζει ένας καρπός;

IIX.     

Κατάμεστο

ΚΑΤΑΜΕΣΤΟ σα στάδιο από μελωδία παλιά

το έμπλαστρο το καταγινωμένο σου

Γίνε υπόσχεση της καθέτου

κατάφανη ψυχούλα

του βάζου τριαντάφυλλο, ασπίδα του εύκοσμου

Δεν έχω, δεν είμαι ,δεν θέλω

Στέκω εδώ ορθός ,της ορθοστασίας μαθητής

Ποιος μουσικός νόμος τα υπαγορεύει όλα αυτά

Τι συντροφιά είναι αυτή που λιώνει τοίχους και στερεώματα.;

Άκου εκεί είναι μουσική εκεί αγγέλου χέρι

Τι θα σταματήσει επιτέλους αυτή την επίδειξη

Εδώ χρειάζεται χέρι γερό

να δείξει δικαιοσύνη και διάταξη

Έχουμε παρεκτραπεί αυτό είναι τυραννία

Πρέπει να κάνουμε οικονομία

να φέρουμε το νόμο στο σπίτι του

να αντιγυρίσουμε το λόγο στους εραστές των σταδίων

Να κλείσει η στροφή σε μελωδία παλιά

IX.      

Έρχεσαι σαν Αντιγόνη.

ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ σώματος, χαρτογραφία μελών,

φυσιογνωμική των αγαλμάτων,

σε ήπιους τόνους ,χαμηλή πλεύση

σε γυρίζω στην πατρίδα σου

Έρχεσαι από ένα κάστρο όλο φως των τραγικών

Είσαι το στάσιμο κι είσαι ο χορός.

Είσαι το μάκρος της πλοκής,

του μύθου το αντιφέγγισμα,

και με το νόμο των νεκρών δίνεις του αγγέλου χέρι

Του Αίμωνα το αιμάτινο μες το κρασί

Φυσάει ένας αέρας βοριάς στη θηβαΐδα γη’

όλα τα ξεπλένει.

Έρχεσαι σαν Αντιγόνη